Το μεγάλο ταξίδι της Louis Vuitton.


Οι ετικέτες πάνω στις χαρακτηριστικές καφέ-με-μονόγραμμα βαλίτσες «φωνάζουν» από μακριά: «Mine!» (Δική μου!).

Η συλλογή αποσκευών της Λιζ Τέιλορ χρονολογείται από τη δεκαετία του 1970 και φέρει τη νοσταλγική πατίνα των χιλιάδων ταξιδιωτικών μιλίων της αγαπημένης σταρ.



Κατασκευαστής της ο Louis Vuitton, αναγνωρίσιμο σύμβολο στάτους ανά τον πλανήτη. Αν καμιά φορά ξεχνάμε γιατί το γαλλικό ονοματεπώνυμο είναι χρόνια τώρα συνώνυμο της πολυτέλειας μέσα στο παγκόσμιο καταναλωτικό περιβάλλον, ο οίκος έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι ένας από τους πρωταρχικούς λόγους είναι η ιστορία του.

Μέχρι τις 21 Φεβρουαρίου, το διεθνές brand επιστρέφει στις ρίζες του, το ταξίδι, στο Salon d’Honneur του Grand Palais στο Παρίσι. «Volez, Voguez, Voyagez - Louis Vuitton» ο τίτλος της έκθεσης που ξετυλίγεται στις εννέα ψηλοτάβανες αίθουσες μέσα από ένα θεματικό στήσιμο το οποίο καλεί τους επισκέπτες σε μια διαδρομή διά θαλάσσης, αέρος και ξηράς με φόντο ενάμιση και αιώνα δημιουργίας και καινοτομίας.

Το μπαούλο-αποσκευή παραμένει ένα από τα σήματα-κατατεθέντα της ναυαρχίδας του σημερινού κολοσσού LVMH, Moet-Hennessy LouisVuitton. Μια σειρά από συλλεκτικά κομμάτια αναδεικνύουν την περιπλοκότητά τους στη σάλα, όπου μπουαζερί ειδικά σχεδιασμένες και κατασκευασμένες από τον καλλιτεχνικό διευθυντή της έκθεσης, Ρόμπερτ Κάρσεν, αναπαριστούν τα ιστορικά ατελιέ του οίκου στο παριζιάνικο βορειοδυτικό προάστιο Asnieres-sur-Seine, εκεί όπου μέχρι σήμερα σχεδιάζονται οι ειδικές παραγγελίες.

Μία από αυτές, το «Studio in a Trunk», κατασκευή για τη φωτογράφο-σκηνοθέτιδα Σίντι Σέρμαν το 2014, είναι ένα μπαούλο που μετατρέπεται σε μίνι στούντιο με προϊόντα μακιγιάζ και καθρέφτες για την παραγωγή των ιδιαίτερων πορτρέτων της Αμερικανίδας καλλιτέχνιδας. Το ίδιο savoir-faire χρησιμοποιούσαν οι τεχνίτες του οίκου στις αρχές του 20ού αιώνα για την κατασκευή των μπαούλων-βαλιτσών για τη μεταφορά υποδημάτων και υποκαμίσων πολλών τζέντλεμεν, όπως ο William Twombley.

«Αν ο Louis Vuitton παραμένει στην κορυφή της μόδας είναι γιατί συνεχίζουμε να αντλούμε έμπνευση από το παρελθόν, ενώ την ίδια στιγμή προβλέπουμε τις τάσεις της εποχής μας», αναφέρει ο Μάικλ Μπερκ, CEO της εταιρείας, η οποία σήμερα εξαπλώνεται σε 50 χώρες και περισσότερα από 460 καταστήματα.

Λουί Βουιτόν

Το πρώτο μεγάλο ταξίδι της Louis Vuitton αρχίζει το 1835, όταν ο νεαρός Λουί Βουιτόν αφήνει πίσω του τα βουνά του Ζουρά και, ύστερα από δύο χρόνια πεζής περιπλάνησης, φτάνει στο Παρίσι, όπου βρίσκει δουλειά ως μαθητευόμενος κατασκευαστής για κούτες και κουτιά.

Ο δραστήριος και φιλόδοξος Λουί ιδρύει δική του επιχείρηση το 1854, με την υποστήριξη δυνατών προσωπικοτήτων της εποχής, όπως η Ευγενία του Μοντίχο, σύζυγος του αυτοκράτορα Ναπολέοντος Γ΄.

Οι νεωτερισμοί του αρχιτεχνίτη δίνουν στην ανερχόμενη φίρμα ένα προβάδισμα στην αγορά: το ορθογώνιο μπαούλο από ξύλο και γκρι καμβά, γνωστό ως «Trianon Canvas», παρουσιάζεται το 1858 και χαρακτηρίζεται ως η πρώτη «μοντέρνα» αποσκευή. Το μονόγραμμα πάνω σε καμβά εμφανίζεται το 1896, ενώ το 1890 ο οίκος πατεντάρει το «Tumbler Lock», μια κλειδαριά που επιτρέπει στον χρήστη να ανοίγει όλες του τις βαλίτσες με ένα και μόνο κλειδί.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Louis Vuitton σχεδιάζει ένα ελαφρύ και χρηστικό μπαούλο-βαλίτσα για τους τολμηρούς εραστές των αεροπορικών ταξιδιών: το «Aero Trunk» χωράει ένα πανωφόρι, 10 πουκάμισα, 3 νυχτικά, 3 ζευγάρια εσώρουχα και 12 υφασμάτινα μαντίλια, μεταξύ πολύ λίγων άλλων.

To 1924, o οίκος δέχεται μια παραγγελία-ορόσημο, όταν ο Αντρέ Σιτρόεν, ιδρυτής της ομώνυμης αυτοκινητοβιομηχανίας, παραγγέλνει αποσκευές για την «Croisere noire», μια μεγάλη εκστρατεία με στόχο την ανίχνευση πληροφοριών για την εξάπλωση του αυτοκινητιστικού δικτύου στη Μαύρη Ηπειρο, ένα ταξίδι που καταλήγει ως κοινωνιολογική και πολιτιστική μελέτη της εποχής. Υπάρχουν όμως και πιο «καθημερινές» παραγγελίες, όπως ένα μπαούλο-πικνίκ ειδικά κατασκευασμένο για τον πρίγκιπα Γιουσούφ Κεμάλ, το οποίο συμπληρώνεται από ένα ασημένιο σερβίτσιο του γαλλικού οίκου Puiforcat.

Στις αίθουσες του Grand Palais, τα δελτία πελατών, όπως αυτό της Οντρεϊ Χέμπορν και του Σάσα Γκιτρί, δίνουν μια αίσθηση οικειότητας μεταξύ του οίκου και των πελατών του. Ξεχωρίζουν επίσης το μικρό βαλιτσάκι-μπαούλο που, γεμισμένο με λουλούδια, δινόταν ως δώρο σε καλούς αγοραστές, αλλά και το περίφημο «Steamer Bag», το οποίο θεωρείται η πρώτη εκδοχή της χειραποσκευής.

«Η διαλογή των κομματιών που παρουσιάζονται βασίστηκε στην ιδέα ενός διαλόγου ανάμεσα στο παλιό και το νέο», λέει ο γενικός επιμελητής της έκθεσης Ολιβιέ Σαγιάρ.

Η πορεία του οίκου παίρνει νέα κατεύθυνση το 1987, με τη δημιουργία του γκρουπ LVMH. Μία δεκαετία αργότερα, ο οίκος κάνει άνοιγμα στο χώρο του πρετ-α-πορτέ, με καλλιτεχνικό διευθυντή ένα «άτακτο» παιδί της μόδας, τον Μαρκ Τζέικομπς. Η έκθεση αναγνωρίζει τη συμβολή του Αμερικανού σχεδιαστή, ο οποίος, πέρα από τις συλλογές ρούχων, μετέτρεψε πολλά από τα δερμάτινα είδη του οίκου στα πιο hot αξεσουάρ παγκοσμίως μέσα από συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως ο Stephen Sprouse. Τις συλλογές ρούχων υπογράφει από το 2013 ο Nicolas Ghesquiere.

Αν η έκθεση στο Παρίσι συντηρεί το μύθο για τωρινούς και μελλοντικούς καταναλωτές, η παράδοση και η συνέχεια βρίσκονται στη λεπτομέρεια... Το Grand Palais χτίστηκε το 1900 για να στεγάσει μια εντυπωσιακή παγκόσμια έκθεση που υποδέχτηκε 48 εκατομμύρια επισκέπτες. Ο Ζορζ Βουιτόν, γιος του Λουί, ανέλαβε τότε να οργανώσει το τμήμα του ταξιδιού και των δερμάτινων ειδών. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, το περίπτερο της Louis Vuitton, ένα περίτεχνο καρουζέλ, τράβηξε την προσοχή όλων.

Πηγή: kathimerini.